12/4/2019 – ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ κ. ΗΛΕΚΤΡΑΣ ΚΟΥΤΡΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤτΕ – ΔΝΤ, 2 ΑΠΑΛΛΟΤΙΡΙΩΣΕΙΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ,

 ΣΥΜΠΛΟΚΗ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ

Είναι η πρώτη φορά που ασχολούμαι με το 187Α του Π.Κ αν και θα έπρεπε είναι αλήθεια γιατί τόσο η σύλληψή του όσο και η νομοθέτησή του και η εφαρμογή του στην πράξη θέτουν ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων -ανθρώπινα δικαιώματα είναι ο δικός μου τομέας ενασχόλησης- και θα έπρεπε να έχω ασχοληθεί πριν την πρόσκλησή μου από την Πόλα Ρούπα να την υποστηρίξω σε αυτή την δικαστική διαδικασία.

Διαπιστώνω όμως ότι όχι μόνο εγώ δεν είχα καταλάβει το άρθρο 187Α του Π.Κ., αλλά ούτε η Πολιτεία μέχρι στιγμής το έχει καταλάβει, όπως προκύπτει μέσα από προηγούμενη νομολογία που διαπίστωσα ότι υπάρχει και μέσα από την εισαγγελική πρόταση που προηγήθηκε των αγορεύσεων εδώ. Τι εννοώ με αυτό;

Ξεκινώντας να δω περί τίνος πρόκειται, έχουμε το άρθρο 187Ατου Π.Κ. και αντιλαμβάνομαι ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν θα έπρεπε να έχουν διωχθεί … –κατ’  αρχήν– είναι εφικτό να επεκταθώ στον κ. Μαζιώτη;

Πρόεδρος: Πείτε τα εσείς συνολικά και εμείς θα….

Συνήγορος: Γιατί τα ζητήματα είναι κρίσιμα για την ποινική του μεταχείριση και θα ήθελα εάν γίνεται να ανακαλέσει τον προηγούμενο συνήγορο για το στάδιο αυτής της διαδικασίας….

Πρόεδρος: Εντάξει. Δεν πειράζει.

Συνήγορος: Γιατί θα ήθελα να τα θέσω αυτά.

Διαπιστώνω λοιπόν διαβάζοντας το άρθρο 187Α ότι έχω ένα έγκλημα μπροστά μου που ξεκινάει με το «όποιος», «όστις». Περιγράφει τις πράξεις και μάλιστα χαρακτηριστικά λέει «ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω», έχει και κάποιους εξωτερικούς όρους, ‘‘με τρόπο, έκταση, συνθήκες…’’, ότι έχει την δική του υποκειμενική υπόσταση η οποία μάλιστα είναι υπερχειλής. Πολύτροπο το αδίκημα και προβλέπει συγκεκριμένο πλαίσιο ποινών.

Δηλαδή, αν έχει κάνει κάποιος περισσότερα από αυτά που είναι μέσα στον κατάλογο και ένα από αυτά απειλεί ισόβια και καταγνωσθεί ότι υπάρχει ενοχή, τότε χρησιμοποιείται το πλαίσιο ποινής του βαρύτερου αδικήματος.

Ουσιαστικά είναι σαν να εξειδικεύει την διάταξη του άρθρου 98 παράγραφος 1. Μάλιστα στο τέλος της πρώτης παραγράφου το λέει ρητά. Αφού μας λέει ότι αν έχει κάνει κάποιος κάποιες πράξεις από τον κατάλογο αυτό (187Α) και μία από αυτές απειλεί με ισόβια, είναι ισόβια. Αν μία από αυτές τις πράξεις απειλεί πρόσκαιρη κάθειρξη, τουλάχιστον 10 έτη. Αν μία είναι πλημμεληματική και  απειλεί την βαρύτερη ποινή φυλάκισης, με φυλάκιση. Είναι σαφέστατο.

Ενώ έχει κατακριθεί το 187Α για ασάφειες και πράγματι υπάρχουν ζητήματα σοβαρά  και ασάφειες σε κάποια σημεία, σε αυτό είναι ξεκάθαρος ο νόμος.

Εκείνο που είναι ξεκάθαρο, το κάνει πολύ ξεκάθαρο, είναι στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 που μιλάει για τις ποινές όπου λέει, ‘‘αν η τρομοκρατική πράξη είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο περισσότερων ανθρώπων εφαρμόζεται η διάταξη του άρθ. 94 παρ 1’’. Τι λέει δηλαδή το ίδιο το γράμμα του νόμου;

Ότι ΜΟΝΟ ΤΟΤΕ μπορεί να εφαρμοστεί το 94 με όλες τις προσαυξήσεις και όχι στις υπόλοιπες πράξεις διότι το ίδιο το γράμμα του νόμου, και δεν χρειάζεται να πάμε στο άρθρο 98, προβλέπει ότι επιβάλλεται μία (1) ποινή παρ’ όλο που τελούνται περισσότερες πράξεις.

Το άρθρο 98 παράγραφος 1 μπορεί κανείς να το αναφέρει για περιπτώσεις όπως την συγκεκριμένη που συνδιώκεται η παράγραφος 4 και η παράγραφος 7 επίσης.

Αλλά η παρ.1 είναι απολύτως ξεκάθαρη, όταν έχει έγκλημα, περιγραφή, τον τρόπο τέλεσης, υποκειμενική υπόσταση, εξωτερικά στοιχεία του αδίκου, ποινή συγκεκριμένη. Έχει δηλαδή όλα τα στοιχεία του εγκλήματος και είναι ιδιώνυμο, είναι γνωστά αυτά. Είναι ένα ιδιώνυμο έγκλημα διότι γίνεται τόσο διαφορετικό πια από τα επιμέρους που αναφέρει που… είναι γνωστά αυτά και δεν θα σας κουράσω.

Παρ’ όλο που το θεωρώ εντελώς ξεκάθαρο, συνειδητοποιώ από την νομολογία ότι δεν έχει γίνει ποτέ αυτό σεβαστό τουλάχιστον μέχρι σήμερα.

Δηλαδή, κατηγορούνται για 10, 20, 30 παραβάσεις του 187Α και καταδικάζονται για 10, 20, 30 κακουργήματα οι άνθρωποι. Διότι λανθασμένα κατά την δική μου άποψη αλλά και όπως προκύπτει από το γράμμα του νόμου, το λέει ξεκάθαρα το τελευταίο εδάφιο, αν η τρομοκρατική πράξη είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο περισσότερων ανθρώπων εφαρμόζεται η διάταξη του άρθ. 94 εξ αντιδιαστολής και δεν χρειάζεται να το πει αυτό, προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του νόμου αλλά αυτό το κάνει ακόμα πιο βέβαιο, πιο κραυγαλέο.

Οπότε δεν έχουμε τόσα κακουργήματα. Έχουμε ένα(1), που τελέστηκε με διάφορους τρόπους.

Αν δεχθεί το δικαστήριό σας ότι ο Μαζιώτης είναι ένοχος για την έκρηξη, καταδικάζεται σε ισόβια για όλα. Αν δεχθεί το δικαστήριο σας, και θα το στηρίξουμε με μεγάλη ζέση αυτό, ότι δεν υπάρχει ευθύνη για συναυτουργία για το ζήτημα της έκρηξης, τότε πάμε για όλα αυτά από τον κατάλογο, που κατηγορείται, στο πλαίσιο ποινής 10 – 20 ετών, σε ποινή 10 – 20 ετών.

Οπότε με την λογική αυτή, το άρθρο 98 παρ.1 με δεδομένο ότι είναι ο ίδιος δράστης, το ίδιο άρθρο που του καταλογίζεται κάθε φορά, ότι είναι ό ίδιος σκοπός που διέπει τη δράση, και στην παρ. 4 και 7, πρέπει ΣΑΦΕΣΤΑΤΑ να εφαρμοστεί το 98. Δεν χρειάζεται καν όταν έχει κανείς να κάνει με την πρώτη παράγραφο του 187Α  να πάει στο 98 γιατί το 98 είναι ζωντανό μέσα στο γράμμα του 187Α παρ.1.

Αυτή είναι η παρατήρησή μου και πραγματικά εντυπωσιάστηκα. Αναρωτιέμαι πως τα δικαστήρια μέχρι στιγμής μπορούν να ερμηνεύουν την διάταξη του 187Α με τόση απόσταση από το γράμμα της.

Στην περίπτωση του κ. Μαζιώτη, έχουμε λοιπόν πρώτον, την καταδίκη για συγκρότηση στην ‘‘τρομοκρατική’’ οργάνωση  κατά την περίοδο των μνημονίων, στα τέλη του Ιουνίου του 2012 μέχρι 16/7/2014. Ο Μαζιώτης έχει καταδικαστεί για συγκρότηση στο παρελθόν, υπερασπίστηκε την δράση της οργάνωσης και λέει ότι αυτή η κατάτμηση είναι ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ.

Για μια οργάνωση στην οποία είναι ο Μαζιώτης από το 2003, το να το πάρει ένα κατηγορητήριο και να του πει ότι για 764 μέρες που παραμένεις ως μέλος μιας οργάνωσης…. θα  μπορούσε κατ’ αρχήν να ζητήσει την μετατροπή της κατηγορίας, αν θέλουμε να είμαστε τόσο αυθαίρετοι στον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβανόμαστε συμμετοχή κάποιου σε μια οργάνωση, γιατί να μην είναι 764 κακουργήματα για τις 764 μέρες παραμονής που του αποδίδονται;

Και γιατί να μην είναι 17.904 αν κάνουμε τον υπολογισμό σε ώρες ή 1.074.640 κακουργήματα που αφορούν σε λεπτά ή αντίστοιχα σε 64.454.460 δευτερόλεπτα… Μην τα υποτιμάμε και τα δευτερόλεπτα. Μονάδα μέτρησης του χρόνου είναι!

Και μάλιστα γιατί να μην πάμε μέχρι σήμερα αφού μας λέει πως παραμένει ενταγμένο μέλος της ίδιας οργάνωσης και εντός φυλακής, οπότε μας κάνει σύμφωνα με τον υπολογισμό μου, πάνω από 220 εκατομμύρια κακουργήματα;

Είναι αυθαίρετο!

Και η παραμονή κάποιου δεν τιμωρείται αυτοτελώς. Μόνο η συγκρότηση και η ένταξη. Η παραμονή κ. εισαγγελέα δεν είναι αξιόποινη. Ακόμα όμως και αν θεωρήσουμε όμως ότι είναι, παρακαλούμε να διωχθεί για 220 εκατομμύρια κακουργήματα, γιατί αυτό θα αποδώσει καλύτερα αυτό που του συμβαίνει. Να μετατρέψετε, αν αυτό θεωρήσετε ότι… στέκει.

Περαιτέρω: Επικίνδυνη σωματική βλάβη με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή από κοινού με … ανεξακρίβωτους … προμήθεια, κατοχή, κατασκευή εκρηκτικών υλών και αυτοσχέδιων μηχανισμών… με σκοπό να προξενήσει κίνδυνο σε ξένα πράγματα. ΟΛΑ «με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του 187Α».

Εγώ δεν βλέπω καμία επιβαρυντική περίσταση στο 187Α, αντιθέτως, παρατηρώ ότι ελαφρύτερα μεταχειρίζεται τους δράστες απ’ ότι θα συνέβαινε αν δεν είχαν τον υπερχειλή αυτό δόλο, (τότε) θα καταδικαζόντουσαν με εφαρμογή του άρθ. 94. Δεν θα τους επιβάλλονταν μία (1) συνολική ποινή. Άρα που είναι το επιβαρυντικό;

Αντίθετα, ο νομοθέτης κατάλαβε ότι προκειμένου να πετύχουν τέτοιες οργανώσεις τον σκοπό τους πρέπει να κάνουν διαφορετικά πράγματά, διαφορετικού είδους ενέργειες προκειμένου να πετύχουν τον (ίδιο) σκοπό τους, εξ ου και το θέτει έτσι ώστε να επιβάλλεται μία (1) ποινή. Και το κάνει σαφέστατο ως προς αυτό ο νομοθέτης. Το γράμμα του νόμου εδώ είναι σαφές.

Με την πρόταση, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του 187Α μιλάμε συνεχώς κ. εισαγγελέα στην πρότασή σας, σαν να είναι ΑΛΛΟΥ τα αδικήματα, και πάμε στο 187Α μόνο για τις επιβαρυντικές περιστάσεις. Όχι, δεν είναι έτσι. Δεν είναι έτσι. Το αδίκημα είναι ολόκληρο. Είναι αρτιμελές.

Λέτε: «Από κοινού με άλλους πρόκληση έκρηξης με την επιβαρυντική περίσταση του 187Α» μετά «από κοινού με άλλους πρόκληση διακεκριμένων φθορών με την επιβαρυντική περίσταση του 187Α», επικίνδυνη σωματική βλάβη, ληστείες με την παράγραφο 7 «για τον σκοπό του 187Α».

Σε όλα υπάρχει ο σκοπός και η επιβαρυντική περίσταση που συνδέεται με τον σκοπό και τις συνθήκες που περιγράφεται στο άρθρο 187Α του Π.Κ.

Προτείνεται δε η ενοχή για πάρα πολλά αδικήματα, που είναι στην ουσία ένα. Για ελάχιστες προτείνεται η αθώωση.

Η υπεράσπιση θεωρεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα με τον τρόπο που τα δικαστήρια ερμηνεύουν και εφαρμόζουν το άρθρο 187Α γενικότερα αλλά και στην συγκεκριμένη περίπτωση, και στο πρωτόδικο, και μέχρι στιγμής.

Θεωρούμε ότι είναι ξεκάθαρο ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί το γράμμα του νόμου, να κινηθείτε εκεί που ορίζει ο νόμος, ιδίως εν όψει του ότι επιφυλάσσει συντριπτικά ελαφρύτερη μεταχείριση για τους κατηγορούμενους το να τηρήσετε, αν θέλετε, το ίδιο το γράμμα του νόμου.

Το θέτουμε και ως εξής: Ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο συνεχίσει αυτήν την σταθερή νομολογία μέχρι στιγμής και δεν ξαναδιαβάσει το άρθρο εμμένοντας στο κείμενό του, θεωρούμε ότι θα παραβιάσει ευθέως το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ. Θα κατατεθεί αυτό και εγγράφως και το θέτουμε και τώρα γιατί θέλουμε να διατυπωθεί ορθότερα η σε βάρος του κατηγορία.

Θεωρώ δηλαδή ότι καταδικάζοντας για πολλά αδικήματα ενώ είναι ένα θα παραβιαστεί το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ, αλλά επισημαίνουμε και ότι το άρθρο 7 έχει προεκτάσεις και στο πως συντάσσεται, και στο πως αρθρώνεται και στο πως διατυπώνεται η κατηγορία.

Γιατί δεν είναι μόνο «καμία ποινή χωρίς νόμο» αλλά είναι και «καμία δίωξη χωρίς νόμο». Οπότε ζητούν να το φτιάξει το δικαστήριό σας, έτσι και αλλιώς έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους να σιωπήσουν, αλλά θέλουν να έχουν κατηγορηθεί σωστά.

Οπότε στο στάδιο αυτό σας το ζητούμε. Και τι λέμε; Αν δεν διορθωθεί αυτό, έχει προεκτάσεις στο άρθρο 7 της ΕΣΔΑ, και συναφώς στο δικαίωμά μας να δικαστούμε δίκαια. Δηλαδή όταν ο νόμος λέει ότι είναι ένα το κακούργημα και εμείς διωκόμαστε για δεκαπέντε, έχουμε ένα βάρος ανταπόδειξης πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι αν διωκόμασταν για ένα (1). 

Αυτό είναι το ένα ζήτημα που θέτουν οι κατηγορούμενοι.

Πρόεδρος: Να ρωτήσω κάτι. Τι ακριβώς  θέλετε να διορθωθεί; Δεν κατάλαβα.

Συνήγορος: Η κατηγορία εις βάρος τους.

Σύνεδρος: Μεταβολή της κατηγορίας. Αυτό εννοεί.

Συνήγορος: Να διωχθούν για μία κατηγορία.

Στα πλαίσια αυτά σας έχουν κατατεθεί κάποιες αποφάσεις του ΕΔΔΑ που ήδη κατέθεσα στο στάδιο των αναγνωστέων, τις οποίες μάλιστα χαρακτηρίσατε ως «τα αυτονόητα», και ξεκινώντας θέλω να αναφερθώ σε κάποια τμήματα τους, σας τα καταθέτω με κάποιες μεταφράσεις των οποίων θα κάνω χρήση στην αγόρευση.

Η πρώτη είναι η απόφαση Koprinvikar κατά Σλοβενίας. Είναι πρόσφατη απόφαση, 24 Γενάρη του 2017. Θα ήθελα να διακόψω αυτή την στιγμή τον ειρμό μου για να σας πω ότι πλέον υπάρχει και μια νέα δυνατότητα στα εθνικά δικαστήρια. Γιατί; Διαβάζουμε τώρα την νομολογία του ΕΔΔΑ, αλλά πλέον υπάρχει μια νέα δυνατότητα στα εθνικά δικαστήρια γιατί σαφέστατα είναι ο εθνικός δικαστής και ο εθνικός εφαρμοστής του νόμου, του Δικαίου, είναι αυτός ο οποίος κατ’ αρχήν θα κρίνει το κατά πόσο μια διάταξη ή μια μεταχείριση είναι συμβατή με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και άλλων υπερεθνικής σημασίας νομικών εργαλείων.

Όλα αυτά τα όργανα είναι επικουρικά.

Στα πλαίσια  επικουρικότητας η οποία είναι διεκδικούμενη και είναι και στόχος τώρα, αλλάζει την πορεία του το ευρωπαϊκό δικαστήριο και επιθυμεί πάρα πολύ να μετακινηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο και επιτυχέστερα η διαδικασία στα εθνικά δικαστήρια. Έχουμε ήδη την πρώτη προχθές Αdvisory opinion, για μια γαλλική υπόθεση, δεν ξέρω αν το είδατε.

Σε αυτήν εδώ την περίπτωση θα μπορούσε κάλλιστα το δικαστήριό σας να διατυπώσει ένα ερώτημα και εγώ είμαι διαθέσιμη να συνεπικουρήσω με την διατύπωση του αιτήματός μου σε αυτό, στα πλαίσια του πρωτοκόλλου που έχουμε. Το δικαστήριό σας σε κάθε περίπτωση μπορεί να το κάνει και να ζητήσει την γνώμη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αν θεωρεί ότι η δίωξη για 17 κακουργήματα με αυτό το πλαίσιο, πραγματικά, του νόμου είναι συμβατή με τις απαιτήσεις της ΕΣΔΑ. Αν θεωρήσει ότι δεν είναι σίγουρο να το κρίνει μόνο του και χρειάζεται αυτήν την καθοδήγηση –γιατί έχουμε εμπιστευτεί το ΕΣΔΑ– να σμιλεύει νομολογιακά με τρόπο καθοριστικό το τι είναι συμβατό με την ΕΣΔΑ και τι όχι.

Πρόεδρος: Είναι πρόεδρος Έλληνας τώρα, ναι;

Συν.: Είναι, μάλιστα, Έλληνας τώρα ο πρόεδρος του ΕΔΔΑ, είναι σημαντική αλλαγή. Ήταν αντιπρόεδρος, έγινε πρόεδρος τώρα. Εγώ έχω πάρα πολλές εκπροσωπήσεις, έχω έντονη ενασχόληση με την ΕΣΔΑ και με το αντικείμενο αυτό και το παρακολουθώ καθημερινά.

Προχθές λοιπόν βγήκε η πρώτη Advisory opinion, το θέλουμε πάρα πολύ (να μετακινηθεί η κρίση για συμβατότητα  με την ΕΣΔΑ όσο το δυνατόν στα εθνικά δικαστήρια) γιατί είναι πολύ υπερφορτωμένο αυτό το δικαστήριο (το ΕΔΔΑ), το θέλουμε πάρα πολύ τα εθνικά δικαστήρια να στέλνουν τα ερωτήματά τους έτσι ώστε να μένουν στις εθνικές αρχές οι υποθέσεις, να μην γίνονται τόσο συχνά προσφυγές και να καταδικάζεται η χώρα. Και το προτρέπουμε γι’ αυτό το δικαστήριό σας γιατί είναι πολύ σοβαρό, έχουμε μια ξεκάθαρη εντύπωση, είναι ζήτημα αυτό.

Λέει λοιπόν η Koprivnikar κατά Σλοβενίας, θα σας τα καταθέσει ο Μαζιώτης, υπάρχει ισχυρισμός για την μετατροπή της κατηγορίας, έχει αρκετά πράγματα για το άρθρο 98 παρ. 1, θέτει και άλλα ζητήματα για τα οποία απαιτείται και εδώ από την άποψη των αδικημάτων που του αποδίδονται με την παρ.4 και 7 του 187Α, εκεί ζητούν οι κατηγορούμενοι σε περίπτωση που θα καταγνωστεί ενοχή τους, να εφαρμοστεί το άρθρο 98 παρ.1 για τα υπόλοιπα αδικήματα του 187Α. ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΙ το άρθρο 98 αντί του 94 εκεί.

Γιατί έχουμε τον ίδιο δράστη, αν υποθέσουμε ότι είναι έτσι, γιατί δεν υπάρχει αποδοχή με την έννοια της αυτουργίας για την έκρηξη, μόνο για την «απαλλοτρίωση» από τον Μαζιώτη, οπότε ως προς την παράγραφο 7 έχουμε την παραδοχή του, για τα υπόλοιπα υπήρξε το δικαίωμα σιωπής.

Οπότε εκεί υπάρχει εφαρμογή του 98 παρ.1, είναι αυτονόητο.

Αν και δεν μου αρέσει να διαβάζω κάτι στην αγόρευσή μου, εν τούτοις, κάποια πράγματα θα ήθελα να σας τα διαβάσω.

Όταν ξεκινήσαμε να ασχολούμαστε με το ζήτημα του 98 παρ.1 εμπνευστήκαμε σε αυτήν μας την διάθεση από την διαφορετική μεταχείριση ιδίως στο ζήτημα της ληστείας που έβαζαν τα εθνικά δικαστήρια στους διάφορους κατηγορούμενους οι οποίοι βλέπαμε σε αυτές τις δίκες –γιατί παρακολουθούσαμε και ως παρατηρητές και όχι μόνο από την θέση του συνηγόρου–, και διαπιστώσαμε  ότι πάρα πολλά από αυτά τα αδικήματα παρουσιάζουν μία εξακολουθητικότητα. Αυτό το αναγνώριζαν τα εθνικά δικαστήρια στην ουσία, αλλά έλεγαν στον κατηγορούμενο ότι εμείς δεν μπορούμε να σε αντιμετωπίσουμε με το 98 παρ.1 «γιατί το αδίκημα πλήττει έννομο αγαθό που είναι προσωποπαγές».

Όμως, ενώ στην ουσία το δεχόντουσαν, στην διαδικασία επέλεγαν να επιβαρύνουν πολλαπλά τον κατηγορούμενο «γιατί υπάρχουν κάποιες ερμηνείες, κάποιες θεωρίες», οι οποίες σημειωτέον δεν στηρίζονται στο γράμμα του 98 παρ.1, για τις οποίες λέει π.χ. ο Μυλωνόπουλος στην θεωρία του ότι πρέπει να εφαρμόζεται το 94, κι έτσι πρέπει να έχουν κοστίσει εκατομμύρια χρόνια φυλακής σε ανθρώπους που πηγαίνουν «μέσα» για 18 ληστείες, αντί για μία.

Και μας προβλημάτισε ιδιαίτερα το γεγονός ότι στα πινάκια των δικαστηρίων –γιατί έτσι ξεκινήσαμε–, οι  μισές υποθέσεις πήγαιναν με το 98 και οι άλλες μισές με το 94. Και όσο περνάνε τα χρόνια κερδίζει, υπερισχύει το 94, αντί να υποχωρεί.

Αυτό λοιπόν μπορεί να ενισχύσει έντονα το αίσθημα του κατηγορούμενου ότι τον μεταχειρίζεται το εθνικό δικαστήριο αυθαίρετα γιατί όταν βλέπει ότι κάποιος άλλος έχει διωχθεί κατ’ εξακολούθηση και η αιτιολογία που του δίνει το δικαστήριο που τον δίκασε, είναι ότι δεν μπορώ να εφαρμόσω το 98 γιατί ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΤΟ 98 ΣΕ ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤΑ ΠΡΟΣΩΠΟΠΑΓΟΥΣ ΕΝΝΟΜΟΥ ΑΓΑΘΟΥ, καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει προβλεψιμότητα υπό την έννοια του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ, δεν υφίσταται η οφειλόμενη και εγγυημένη προβλεψιμότητα του ποινικού νόμου.

Πρέπει λοιπόν κάποιος να μπορεί να αντιληφθεί το πλαίσιο ποινής του από την εφαρμογή της ποινικής διάταξης που το προβλέπει, και όχι να καταφεύγει σε θεωρίες και τα λοιπά. Ειδικά όταν οι θεωρίες αυτές καταλήγουν να είναι in malam partem. Δεν μπορεί να τον μεταχειρίζονται έτσι κατά την άποψή μας, κατά την άποψη σοβαρών μελετητών του ποινικού δικαίου και του διεθνούς Δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Θεωρούμε ότι υπάρχει μείζον πρόβλημα με μια τέτοια μεταχείριση υπό την άποψη του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ, που συμπαρασύρει και τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης αντίστοιχα, δηλαδή εμπλέκει το 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και το 14 αντίστοιχα του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ). Και ενδέχεται να παρασύρονται και άλλα δικαιώματα όπως π.χ. το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, αν κάποιος παραμείνει παραπάνω στην φυλακή λόγω μιας κακής ερμηνείας που παραβιάζει ταυτόχρονα και τα δικαιώματα της προσωπικής ελευθερίας και της ασφάλειας. Γιατί αυτονοήτως κάθεται παραπάνω στην φυλακή.

Οπότε συνήθως αυτά λειτουργούν αλυσιδωτά, όταν παραβιάζεται το ένα, παραβιάζονται και άλλα από τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παρατηρώντας λοιπόν αυτά, θεώρησα ότι είναι άξιο, εξηγώ λίγο και τον λόγο, θεωρήσαμε ότι αξίζει τον κόπο να δημιουργήσουμε νομολογία ώστε να επιτευχθεί η συμβατότητά της και να σταματήσει να λειτουργεί έτσι αυτό το σύστημα και να γίνει δικαιότερο.

Αφού λέγονται αρκετά πράγματα στο έγγραφο για το αίτημα που αφορά την εφαρμογή του αρ. 98 παρ. 1 γιατί όπως επαναλαμβάνω ο Μαζιώτης δεν έχει μιλήσει και πάρει θέση για προσωπική ευθύνη, δεν έχει αποδεχθεί όλες τις πράξεις, κάποιες πράξεις τις παραδέχτηκε. Όλο αυτό έχει σημασία γιατί η ποινή που θα εκτίσει κάποιος στις δημοκρατικές έννομες τάξεις, εννοώ το πλαίσιο της ποινής δεν μπορεί να είναι θέμα άποψης ούτε μπορεί να είναι θέμα ερμηνείας. Πρέπει να είναι και προβλεπόμενο στον νόμο, όπως είναι, και πρέπει η ερμηνεία να είναι συμβατή με αυτή και πρέπει βεβαίως να είναι ορισμένο και πρέπει να ξέρει τι να περιμένει ο κατηγορούμενος διαβάζοντας τον νόμο.

Αυτά είναι τα βασικά, τα θεμελιώδη, «τα αυτονόητα», όπως είπατε και εσείς όταν σας έδωσα τα έγγραφα.

Τώρα στην Koprinvikar κατά Σλοβενίας, ο προσφεύγων είχε καταδικαστεί το 2004 και το 2009 για ληστεία, για πληρωμή ακάλυπτης επιταγής, για απάτη μέσω πιστωτικής κάρτας αλλά και για ανθρωποκτονία από κοινού.

Κρίνοντας επ’ αφορμής της αίτησης –αυτά δεν είναι μεταφρασμένα, τα διευκρινίζω εγώ– κρίνοντας  επ’ αφορμής της αίτησης του προσφεύγοντος για συγχώνευση των ποινών του, το δικαστήριο της Λιουμπλιάνα δεν εφάρμοσε το γράμμα της επίμαχης διάταξης για την συνολική επιμέτρηση της ποινής κατά την οποία η ποινή που προβλέπεται είναι 20 χρόνια σύμφωνα με το υπολογιστικό σύστημα που έχει ο νόμος τους για την επιμέτρηση και την συγχώνευση των ποινών διότι υπήρχε μια προγενέστερη διάταξη η οποία όριζε ότι η συγχωνευτική ποινή δεν πρέπει να είναι μικρότερη από την ποινή που επιβλήθηκε για το σοβαρότερο από τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο καταδικασθείς. Επειδή συνέτρεχαν δύο διατάξεις ταυτόχρονα προέβη σε τελεολογική ερμηνεία της διάταξης εκείνο το δικαστήριο και διατύπωσε την άποψη ότι ο νομοθέτης δεν ήθελε να υπαγάγει σε ευεργετική επιμέτρηση πράξεις που θα κατέληγε σε ευεργετική επιμέτρηση ποινής μικρότερης από την κατώτερη που θα είχε το αδίκημα, από την ανώτερη, που πήρε ο καταδικαστείς προγενεστέρως.

Υπήρχε ένα ζήτημα. Πήρε 30 χρόνια μόνο για την ανθρωποκτονία και στην συγχώνευση το ανώτερο ήταν 20 χρόνια, οπότε υπήρξε αυτή η δυσκολία στο δικαστήριο να ελαφρύνει την θέση του και ο συγκεκριμένος κατέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Το γράμμα του νόμου που είναι και το κρίσιμο ουδόλως απέκλειε μια τέτοια μεταχείριση.

Κρίνοντας λοιπόν το ΕΔΔΑ για την νομιμότητα της ποινής θεωρεί ότι –σας διαβάζω–  η ‘‘παραπάνω κατάσταση, η οποία αναγνωρίστηκε τόσο από το εθνικό δικαστήριο όσο και από την κυβέρνηση, έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της νομιμότητας, ουσιώδες στοιχείο της οποίας είναι η προϋπόθεση ότι η ποινή θα πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο’’.

Περαιτέρω, κατανοεί ‘‘ότι τα εθνικά δικαστήρια βρέθηκαν σε δύσκολη θέση όταν κλήθηκαν να επιβάλλουν μια συνολική ποινή χωρίς να υπάρχει νόμιμη βάση για αυτό’’.

Το Δικαστήριο σημειώνει ‘‘ότι ενώ τα εθνικά δικαστήρια ήταν τα πλέον αρμόδια να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν το εθνικό Δίκαιο ήταν εξίσου δεσμευμένα από την αρχή που περιέχεται στο αρ.7 της Σύμβασης, κατά την οποία μόνο ο νόμος μπορεί να περιγράψει ένα έγκλημα και να προβλέψει αντίστοιχη ποινή’’.

Συμπεραίνει λοιπόν, ‘‘ότι ο μόνος τρόπος για τα δικαστήρια να εγγυηθούν την εφαρμογή της εν λόγω αρχής και να μειώσουν τις παρενέργειες της μη προβλεψιμότητας του ποινικού νόμου στην παρούσα υπόθεση θα ήταν να ερμηνεύσουν την επίμαχη διάταξη περιοριστικά δηλαδή προς το συμφέρον του προσφεύγοντος’’. Συνεχίζει, ‘‘Συνεπώς το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα εθνικά δικαστήρια ερμήνευσαν την ατελή αυτή διάταξη καταφεύγοντας σε διαφορετικούς κανόνες ερμηνείας και συνεπώς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να επιβληθεί ποινή 30 ετών’’.

Προχώρησαν σε αυτή την απόφαση παρά το γεγονός ότι η ποινή αυτή ήταν μεγαλύτερη από την ανώτατη ποινή που προβλεπόταν από την εφαρμοστέα διάταξη και το γεγονός αυτό –, όπως και σε αυτή την περίπτωση αν καταδικαστούν για πολλές πράξεις και όπως καταδικάζονταν και στο παρελθόν, πράγματι θα έχουμε ένα τέτοιο ζήτημα γιατί είναι ξεκάθαρο ότι η διάταξη δεν θα κριθεί. Κατά την γνώμη μου ξεφεύγει ο εφαρμοστής του Δικαίου από το γράμμα του νόμου – όσον αφορά την διατύπωση της διάταξης – ήταν προς βλάβη του προσφεύγοντος.

Έχοντας υπ’ όψιν τις παραπάνω σκέψεις το δικαστήριο συμπεραίνει ότι τα ‘‘εθνικά δικαστήρια απέτυχαν να διασφαλίσουν την τήρηση της αρχής της νομιμότητας όπως προκύπτει από το άρθρο 7 της Σύμβασης. Περαιτέρω διαγιγνώσκει ότι η συνολική ποινή που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα παραβιάζει εξίσου την αρχή ότι μόνο ο νόμος μπορεί να περιγράψει μια ποινή…..’’

Και καταλήγει το Δικαστήριο ότι παραβιάστηκε το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ, προσκομίστηκε αυτή, δηλώθηκε στα αναγνωστέα με τα επίμαχα σημεία της μεταφρασμένα από τα αγγλικά στα ελληνικά από εμένα.

Άλλη υπόθεση, η Plechkov κατά Ρουμανίας, αυτή είναι του 2014. Τι λέει; Σας διαβάζω τμήματά της, ‘‘το δόγμα της ελεύθερης ερμηνείας ενός νόμου δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ύπαρξη του νόμου. Η διαφορετική αιτιολόγηση θα ήταν να αγνοηθεί ο σκοπός και ο στόχος αυτής της διάταξης, που απαιτεί να μην καταδικαστεί αυθαίρετα κανένας’’.

Επαναλαμβάνει μόνιμα ότι τα εθνικά δικαστήρια είναι πάντα σε καλύτερη θέση να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο απ’ ότι το ΕΔΔΑ το οποίο δεν μπορεί να το υποκαταστήσει και δεν πρέπει, πρέπει να δημιουργηθεί μια κουλτούρα σεβασμού απαρέγκλιτου της ΕΣΔΑ και να μην φτάνει κανείς εκεί, ‘‘το ΕΔΔΑ διαπίστωσε –στην παρ. 74 στην Plechkov– ότι η απαίτηση προβλεψιμότητας δεν πληρούται σε περιπτώσεις εκτεταμένης ερμηνείας του ποινικού δικαίου σε βάρος του κατηγορουμένου (malam partem)….

Υπόθεση Καφκάρης κατά Κύπρου, είναι πιο παλιά, του 2004, είναι πάρα πολύ χρήσιμη για πολλές παθογένειες που ανακύπτουν στην πρακτική την καθημερινή ποινικά.

‘‘Επιπλέον ο όρος «νόμος» –λέει η υπόθεση Καφκάρη– συνεπάγεται ποιοτικές απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της προσβασιμότητας και της προβλεψιμότητας’’. Επικαλείται πολλά, ‘‘αυτές οι ποιοτικές απαιτήσεις πρέπει να πληρούνται τόσο όσον αφορά τον ορισμό της αξιόποινης πράξης όσο και την ποινή που συνεπάγεται το εν λόγω αδίκημα.

‘‘Κάθε άτομο θα πρέπει να αναγνωρίζει από το γράμμα της σχετικής διάταξης και αν χρειαστεί, με την βοήθεια της ερμηνείας του δικαστηρίου το ποιές πράξεις ή παραλέιψεις του/της δύναται να τον καταστήσουν ποινικώς αξιόποινο και ποιά ποινή θα του επιβληθεί για την τελεσθείσα πράξη ή παράλειψη’’.

Υπόθεση Gabarn κατά Ισπανίας.

‘‘Τέλος, οι εθνικές αρχές και ιδίως τα δικαστήρια έχουν την πρωταρχική ευθύνη για την ερμηνεία και την εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου.

Ωστόσο το Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει τη συμβατότητα με την ΕΣΔΑ – προσέξτε–   ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ μιας τέτοιας ερμηνείας’’. Και αυτό είναι σημαντικό. Ερμηνείες υπάρχουν πολλές. Και θεωρίες υπάρχουν πολλές. Και κάποιες είναι οι κρατούσες και δέχονται τα δικαστήρια.

Πρέπει πάντα το δικαστήριο όμως να προσέξει ώστε η ερμηνεία, και όχι μόνο η ερμηνεία της αλλά και τα αποτελέσματά της στην πράξη να είναι σε σχέση συμβατότητας με την ΕΣΔΑ. Και με το Σύνταγμά μας και με τις υπερνομοθετικές διατάξεις.

Πρέπει να επεκταθεί το δικαστήριο και στα αποτελέσματα που έχει η ερμηνεία, να διασφαλίζει ότι τα αποτελέσματα αυτής δεν είναι ασυμβίβαστα με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Στην Coeme και άλλοι κατά Βελγίου, πολλές προσφυγές, το δικαστήριο επανέλαβε την ‘‘αρχή ότι μόνο ο Νόμος μπορεί να ορίσει ένα έγκλημα και να επιβάλλει ποινή’’, ‘‘ορίζει επίσης την αρχή ότι το ποινικό δίκαιο δεν πρέπει να ερμηνεύεται εκτενώς εις βάρος ενός κατηγορούμενου, για παράδειγμα κατ’ αναλογία.

Τα αδικήματα και οι σχετικές κυρώσεις πρέπει να ορίζονται σαφώς από τον νόμο. Η απαίτηση αυτή πληρούται όταν ο ιδιώτης μπορεί να γνωρίζει από την διατύπωση της σχετικής διάταξης και ενδεχομένως με την βοήθεια της ερμηνείας του δικαστηρίου, ποιές πράξεις και παραλήψεις θα τον καταστήσουν ποινικώς υπεύθυνο’’.

Λέμε αρκετά πράγματα για το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα και σχολιάζω ότι το «δύναται» του άρθρου 98 παρ.1, λέγοντας ότι με το  «δύναται» μπορεί το δικαστήριο να επιμετρήσει την ποινή διαφορετικά, δεν υπάρχουν κάποια κριτήρια γι’ αυτό και θεωρούμε ότι εφ’ όσον το γράμμα του νόμου το επιτρέπει, ουσιαστικά το δικαστήριο οφείλει να προχωρήσει στην εκδοχή η οποία είναι υπέρ του κατηγορουμένου, αλλιώς ανοίγουν πόρτες αυθαιρεσίας. Ο Άρειος Πάγος βέβαια γι’ αυτό θεωρεί ότι χρήζει μόνο για τα πραγματικά περιστατικά αλλά όταν πράγματι έχουμε πραγματικά περιστατικά, πηγαίνουν στο 98 παρ.1, ταιριάζουν στο 98 παρ.1 επειδή το 98 παρ.1 δεν εξορίζει κάτι από το πραγματικό του νόμου, θα πρέπει ομοίως να μην εξαιρούν τα δικαστήρια κάτι χωρίς να το λέει ο νόμος γιατί έτσι δημιουργούνται ασυμβίβαστα αποτελέσματα με πολύ βαρύτερες συνέπειες για τον κατηγορούμενο, από αυτές που θα είχε αν εφαρμοζόταν το γράμμα του νόμου αυστηρά.  Και σε κάθε περίπτωση όχι in malam partem.

Tι κάνει το άρθρο 98 παρ.1; Ορίζει, εξειδικεύει ο νομοθέτης ότι θα τιμωρηθεί με την βαρύτερη ποινή, με το πλαίσιο το ποινικό που αρμόζει στο βαρύτερο απ’ όλα, αλλά με ΜΙΑ ποινή. Το ίδιο κάνει εξειδικεύοντας και στο άρθρο 187Α παρ.1 και μάλιστα ορίζει ειδικά πότε μπορεί να εφαρμοστεί –και  μόνο– το άρθ. 94 παρ.1 Π.Κ..

Στην περίπτωση του 187Α του Π.Κ. υποστηρίζεται με μια αρκετά εκτεταμένη επιχειρηματολογία ότι θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για πράξεις του ίδιου «εγκληματικού είδους» που προβλέπονται στο ίδιο άρθρο του Π.Κ, όλο το 187Α, όχι μόνο η παρ.1 δηλαδή, η πρακτική σημασία της πρόβλεψης της ενιαίας ποινής για το κατ’ εξακολούθηση ήταν αρχικά αδιαμφισβήτητη.

Γίνεται μια ιστορική αναδρομή βεβαίως δεν θα σας κουράσω με αυτό τώρα, δικαιολογείται από πλευράς ουσιαστικού δικαίου, έχουν δεχτεί χρόνια τα δικαστήρια ότι η τιμωρία εκείνου που έχει δόλο εξακολούθησης ότι είναι η επιμέτρηση ποινής για τέλεση της πράξης, κάθε φορά, υπό την επίμονη παρουσία της ίδιας ή παρόμοιας συνθήκης, ή υπό την πίεση της ίδιας ανάγκης, όπως εκτυλίχτηκε μπροστά σας επί 1,5 χρόνο σε σχέση με το πρόσωπο στο οποίο συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, υπήρχε αυτή σε όλες τις πράξεις από τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα, η πιεστική ανάγκη να απαντήσουν στην τερατώδη αδικία την οποία βίωναν γύρω τους, για να την αντιμετωπίσουν. Θα μπούμε σε αυτό αργότερα.

Πάντως με μια επισκόπηση της νομολογίας εξάγεται το συμπέρασμα ότι τα δικαστήρια κάνουν ευρέως δεκτή την ύπαρξη του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος ακόμα και σε προσωποπαγή εγκλήματα –με  σαφή τάση να μειώνονται τέτοιες αποφάσεις, χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία– και  παράλληλα βάζουν μία ενιαία ποινή.

Μια απόφαση που δηλώθηκε στα αναγνωστέα είχε να κάνει με την αναίρεση μιας απόφασης επειδή, παρ’ ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι το αδίκημα είχε τον χαρακτήρα της εξακολουθητικότητας, παρά ταύτα επιμετρήθηκε με το άρθρο 94.

Είναι προφανές ότι το μπέρδεμα με το προσωποπαγές αδίκημα που σύμφωνα με την θεωρία «χωράει ή όχι» στην εφαρμογή του άρθρου 98 παρ. 1 Π.Κ., πηγάζει από την ιδιομορφία του εξακολουθητικού εγκλήματος που στην πραγματικότητα δεν χωράει ούτε στην πραγματική ούτε στην κατ’ ιδέα συρροή.

Αλλά η έλλειψη ορισμού και της βαθύτερης κατανόησης μεταξύ νομικών με διαφορετικές απόψεις και της διατύπωσής τους στην δημόσια σφαίρα δεν μπορεί να οδηγήσει σε εξορία των κατηγορουμένων από την απόλαυση ευεργετικών για την μεταχείρισή τους διατάξεων που προβλέπονται ρητά στον νόμο.

Και που με αυτόν τον τρόπο δικαιούνται να αναμένουν ότι θα έχουν την μεταχείριση που διαβάζουν στο νόμο. Διαφορετική προσέγγιση είναι ανεπίτρεπτη και προσκρούει μεταξύ άλλων και στο αρ. 7 της ΕΣΔΑ.

Υπάρχει ορισμός εξαίρεσης για μια σειρά αδικημάτων, τα βάζω με τον τρόπο που εφαρμόζεται. Με το 98, χρειάζεται νομική βεβαιότητα, χρειάζεται προβλεψιμότητα, δεν θα σας κουράσω άλλο εκτός από το να επισημάνω ότι η δυνητικότητα του 98 παρ.1 δεν μπορεί να εφαρμόζεται in malam partem.

Επεκτεινόμαστε στην νομολογιακή ερμηνεία μέχρι στιγμής, το ομοειδές των πράξεων, χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη, όπου, αν αναλογιστεί κανείς τον επιδιωκόμενο στόχο με την τέλεση των ‘‘εγκληματικών’’ πράξεων που ορίζεται στον 187Α του Π.Κ. απ’ τον δράστη, έχουμε, υπάρχει ενότητα απόφασης, ομοειδή υποβόσκουσα κατάσταση και ανάγκη. Θα μπορούσε θεωρητικά να έχει επιτευχθεί ο –ένας– σκοπός με την τέλεση μίας μόνο εξ αυτών των πράξεων, κάτι που θα έθετε τέλος δια μιας στην ‘‘εγκληματική’’ δραστηριότητα. Δηλαδή, εάν κατέρρεε το καθεστώς με την βόμβα, με την πράξη που δικάζουμε σήμερα, με την βόμβα στο ΔΝΤ, εάν κατέρρεε το καθεστώς, δεν θα προέβαιναν σε άλλες ‘‘εγκληματικές’’ πράξεις ο Επαναστατικός Αγώνας και τα μέλη του. Θα είχαν πετύχει το σκοπό τους, δεν θα χρειαζόταν πλειάδα πράξεων.

Θα υπήρχε δηλαδή σε αυτήν την περίπτωση, ένα έγκλημα και όχι πολλά που ο εφαρμοστής του δικαίου θα είχε αντιμετωπίσει ως ένα (1) λόγω της ενότητας της απόφασης που υπογραμμίζει τις περισσότερες πράξεις η οποία ενότητα αν θέλετε αποτελεί και το καύσιμο για να φτάσει στην κάθε πράξη ο δράστης.

Υπάρχουν αντικειμενικές προϋποθέσεις για το κατ’ εξακολούθηση, υπάρχει η αναφορά και στην ΕΣΔΑ και στο διεθνές σύμφωνο (ΔΣΑΠΔ). Ίσως ενδιαφέρον είναι να πω σε αυτό το σημείο ότι μέχρι στιγμής και η εισαγγελική πρόταση και το πρωτόδικο και τα υπόλοιπα δικαστήρια έχουν νομολογικά αντιμετωπίσει έτσι το θέμα, επίσης στην νομολογία απαιτούνται στοιχεία τα οποία δεν ορίζονται ειδικά από τον νόμο, όπως το πληττόμενο έννομο αγαθό, η εκμετάλλευση των ίδιων ευκαιριών που προέκυψαν σε μια φάση της ζωής του δράστη και παραθέτουμε νομολογία και θεωρία, απ’ τις ίδιες συνθήκες ζωής κλπ. Και η ιστορική συνέχεια. Αν και σε επίπεδο γραμματικής ερμηνείας δεν απαιτείται κάτι τέτοιο, παρατηρείται.

Η Α.Π. 1652/2016 δέχτηκε εξακολουθητική τέλεση εγκλήματος κατά προσωπο-παγούς εννόμου αγαθού…. επί 9ετία.

Λοιπόν οι απόψεις –δεν θα σας τις προβάλλω αυτή τη στιγμή–, θα τα καταθέσουμε γραπτώς, επεκτεινόμαστε πάντως στην κοινή ψυχολογική προέλευση της τέλεσης των αποδιδόμενων αδικημάτων από όποιον και αν εκτελέστηκαν, όποια και αν ήταν τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα που εμφορούνταν από ακράδαντη πεποίθηση –όλη η ομάδα τους– ότι αυτό είναι το ΔΙΚΑΙΟ, της ίδιας οργάνωσης που επιδιώκει με τον εκάστοτε δράστη το ίδιο σκοπό.

Παραθέτουμε κοινοτική νομολογία, παραθέτουμε απόψεις, παραθέτουμε στην νομολογία τα υπερεθνικά κείμενα, παραθέτουμε την αίσθηση αυθαιρεσίας και πού αυτή προκύπτει και σε ποιά σημεία αυτή προκύπτει, εφόσον στην παρούσα υπόθεση όμως ο εθνικός δικαστής καταλήξει με βεβαιότητα ή δυνάμει της αρχής αμφιβολίας υπέρ του κατηγορούμενου, ότι έχει μπροστά του εξακολουθητικό έγκλημα θα πρέπει να υπάρχει σαφώς επιεικέστερη μεταχείριση προς τον δράστη, να καταλήξει στην εφαρμογή του 98 παρ.1 και όχι του 94.

Εδώ επικαλούμαστε και την 304 του 1996 του Α.Π. που αναίρεσε την προσβαλλόμενη επειδή εκεί δέχτηκε το κατ’ εξακολούθηση και επέβαλε διαφορετική (για κάθε πράξη) ποινή.

Σε κάθε περίπτωση ο εθνικός δικαστής θα πρέπει να ερμηνεύει τις διατάξεις που έχει ενώπιών του υπό φως αρχών που συντείνουν ως προς την επιεικέστερη προς τον κατηγορούμενο μεταχείριση, το άρθρο 3 παρ. 2 του Π.Κ, προκειμένου να εκτείνεται και στην συνδρομή στοιχείων ως προς την εξακολουθητικότητα η οποία πρέπει να καταφάσκεται σε περίπτωση αμφιβολίας γιατί οδηγεί σε πολύ δυσμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Η αρχή της νομιμότητας, η αρχή της αναλογικότητας, και κείμενα υπερεθνικής ισχύος, όπως είπαμε και προηγουμένως.

Με τον τρόπο αυτό, όπως και στην υπόθεση Scopola κατά Ιταλίας τα δικαστήρια θα πρέπει να εφαρμόζουν το Δίκαιο όσο πιο ευνοϊκά γίνεται για τον κατηγορούμενο. Αυτό έχει πλέον καταστεί θεμελιώδης αρχή του ποινικού δικαίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο και στην Koprinvikar, την πρώτη που σας έχω αναφέρει, η αρχή της εφαρμογής της ευνοϊκότερης ποινικής διάταξης μπορεί να εφαρμοστεί στην συνύπαρξη δυνατότητας επιβολής πολλαπλών ποινών σε μια συνολική ποινή.

Σε ορισμένες δε περιπτώσεις προκειμένου να βοηθήσει το εναγόμενο κράτος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ ανέφερε τόσο τα μεμονωμένα όσο και τα γενικά μέτρα που μπορεί να ληφθούν για να τεθεί τέρμα στην κατάσταση που οδήγησε στην διαπίστωση της παραβίασης. Σε περίπτωση λοιπόν παραβίασης του άρθρου 7, το ΕΔΔΑ έχει μερικές φορές κατ’ εξαίρεση επισημάνει και μερικά ατομικά μέτρα. Όπως π.χ. την επανάληψη της ακροαματικής διαδικασίας κατόπιν αιτήματος του προσφεύγοντος που δικαιώθηκε, στην Dragotoniu κατά Ρουμανίας και ουσιαστικά είδαμε σε αυτήν την περίπτωση την στενή σχέση μεταξύ του άρθρου 6 και του 7 της ΕΣΔΑ γιατί σε αυτήν την περίπτωση ενώ έχουμε παραβίαση του 7, το αποτέλεσμα ήταν  να ζητηθεί να επαναληφθεί η δίκη. Κάτι που αποδεικνύει και την στενή σχέση μεταξύ του άρθρου 6 και του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ.

Άλλα μέτρα ήταν να απαιτήσει από το εναγόμενο κράτος να διασφαλίσει να αντικαταστήσει την κάθειρξη του προσφεύγοντος με ποινή σημαντικά μειωμένη και σύμφωνα με την αρχή της κατίσχυσης της ελαφρύτερης ποινής. Στην Scopolα κατά Ιταλίας ήταν αυτό.

Υπό το φως όσων προεκτέθηκαν και με δεδομένο ότι δεν μπορούμε να το απομονώσουμε από την παρούσα δίκη ότι επίκειται αλλαγή του νόμου ο οποίος θα οδηγήσει σε συντριπτικά καλύτερη ποινική μεταχείριση σε περίπτωση κατάγνωσης ενοχής του κατηγορουμένου για την έκρηξη, ο κατηγορούμενος θα ήθελε να κρατηθεί η διαδικασία όσο περισσότερο γίνεται ώστε να μη χρειαστεί η ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης με μια ευμενέστερη νομοθεσία η οποία δρομολογείται.

Και δρομολογείται γιατί έχουμε κατακριθεί σφοδρά ως κράτος για τον βαθμό στον οποίον «ρίχνουμε» τα ισόβια. Έχουμε 10% των κρατουμένων δηλαδή 1.000 ισοβίτες και αυτό έχει συντριπτικές προεκτάσεις όχι μόνο στους ίδιους αλλά και στον πολίτη, τον φορολογούμενο γιατί ο κάθε κρατούμενος κοστίζει 30 ευρώ την ημέρα  στον φορολογούμενο (που είναι και πολύ λίγα). Σε άλλα κράτη είναι εκατοντάδες ευρώ ημερησίως για να  μπορούν να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματά τους και να μπορούμε να μιλάμε για επανένταξη.

Οπότε το αίτημα σε σχέση με την κατηγορία και η μεταχείρισή του στα πλαίσια του 187Α είναι να τον μεταχειριστείτε με τρόπο που είναι συμβατός με τις διατάξεις που αναφέρω στην αγόρευσή μου.

Ένα τελευταίο σχόλιο για το κομμάτι της κατηγορίας, για την παράγραφο 4 και το αίτημα του κ. εισαγγελέα να «φύγει» η διεύθυνση, η οποία είναι καταφανώς αντίθετη και με το πνεύμα τέτοιων οργανώσεων, και να μετατραπεί σε συγκρότηση-ένταξη, ήθελα να επισημάνω ότι –το ανέφερα και πριν, δύο λόγια θα πω– ότι τμήμα της συγκρότησης, είναι η ένταξη στην οργάνωση. Εξ ου και το γράμμα της παρ. 4 του 187Α όπου λέει, ότι τιμωρείται όποιος συγκροτεί Ή εντάσσεται, είναι διαζευκτικό, και αυτό έχει τη σημασία του γιατί λογικά κάποιος που συγκροτεί έχει στην περαίωση της συγκρότησης ενταχθεί κιόλας.

Αυτό ήθελα να πω, αυτήν την επισήμανση  η οποία απηχεί και στα προηγούμενα σχόλια που έγιναν. Το γράμμα του νόμου ήταν και είναι έτσι, και είναι λογικό ότι, όταν κάποιος έχει καταδικαστεί για συγκρότηση μιας οργάνωσης, να μην μπορεί να καταδικαστεί και για ένταξη στην ίδια οργάνωση.

Διαπιστώνει η υπεράσπιση σε σχέση με την εισαγγελική πρόταση η οποία αναζητεί για το αδίκημα του 187Α υπό την μορφή της έκρηξης για τον σκοπό και με τις περιστάσεις που απαιτείται από το 187Α για να τυποποιηθεί, παρατηρείται ότι ο κ. εισαγγελέας αναζητά στοιχεία που να συνδέουν τον κατηγορούμενο, τον κ. Μαζιώτη, με την πράξη, εκτός του τόπου και χρόνου της τέλεσης του αδικήματος.

Ακούσαμε για γκαράζ, ακούσαμε για δακτυλικό αποτύπωμα στο συμβόλαιο, στο μισθωτήριο, πράγματα που μπορεί να έχουν γίνει σε κάθε χρόνο, έχουν ειπωθεί αυτά από τους συναδέλφους μου που προηγήθηκαν στις αγορεύσεις, και δεν θέλω να μπω στην διαδικασία να τα ξαναπώ.

Όμως θέλω να σχολιάσω ότι αυτά φανερώνουν την αμηχανία που έχει η Πολιτεία και η αρχή που διατυπώνει τη κατηγορία –που  αναζητεί την αλήθεια όμως!– την  αμηχανία σχετικά με την έλλειψη στοιχείων εδώ και 1,5 χρόνο από την διαδικασία την ακροαματική που εκτυλίχθηκε ενώπιών σας.

Με βάση αυτήν την έλλειψη στοιχείων για το ποιος, για το ποια μέλη του Επαναστατικού Αγώνα έβαλαν την βόμβα, ποιος τοποθέτησε την βόμβα, ποιος πήρε τον δράστη με την μηχανή, δεν τα γνωρίζει μέχρι στιγμής αυτά η Πολιτεία και οι κατηγορούμενοι και οι δύο, έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους να σιωπήσουν σχετικά με αυτό.

Το τεκμήριο της αθωότητας λοιπόν δεν μπορεί να βάλλεται από την άσκηση του δικαιώματος των κατηγορουμένων να σιωπήσουν.

Μάλιστα ενδεικτικό είναι ότι απαλλάχθηκε η Ρούπα στην πρόταση του κ. εισαγγελέα  λόγω του ότι ήταν γυναίκα στην ουσία, και λόγω του ότι αποδείχτηκε ότι δεν υπήρχε γυναίκα στον τόπο της έκρηξης και στον χρόνο της έκρηξης. Παρ’ όλα αυτά και το επισημαίνουμε αυτό, η κα Ρούπα δεν ήρθε να πει ‘‘ότι δεν ήμουνα εγώ εκεί’’, σιώπησε ως προς αυτό, γιατί είναι μία πολιτική επιλογή αυτή που έχουν κάνει τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα, και προτάθηκε η απαλλαγή της γιατί ουσιαστικά αποδείχτηκε από την ίδια τη διαδικασία ότι είναι αθώα. Επειδή, από την συλλογή των στοιχείων και όπως προέκυψε και από μάρτυρες και βίντεο κατά την αποδεικτική διαδικασία, προέκυψε ότι δεν υπήρξε γυναίκα στο πεδίο.

Εξ αντιδιαστολής θεωρούμε ότι το μόνο στοιχείο που συνδέει τον πρώτο κατηγορούμενο, τον Νίκο Μαζιώτη με τον τόπο και τον χρόνο της έκρηξης είναι το φύλο του. Κανένα άλλο στοιχείο δεν έχει προκύψει από την διαδικασία που να συνδέει τον Μαζιώτη πιο στενά με αυτό που έγινε τότε εκεί, δηλαδή με την διωκόμενη στα πλαίσια του 187Α πράξη της έκρηξης.

Συνεπώς, θέλει η υπεράσπιση να επισημάνει κάποια στοιχεία και σε συνδυασμό με το δικαίωμα των κατηγορουμένων να σιωπήσουν να επικαλεστεί το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, και ότι δικαιούνται όλοι να τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί νόμιμα η ενοχή τους, κάτι το οποίο βέβαια δεν είναι καθόλου άγνωστο στο δικό μας σύστημα. Επίσης, είναι ξεκάθαρο ότι είναι αντικείμενο και στον κώδικά μας, που λέει ότι αντικείμενο απόδειξης είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα.

Αυτά τα ξέρουμε. Είναι γνωστά. Όπως επίσης και η ΕΣΔΑ ισχύει εδώ και πολλές δεκαετίες σε αυτή την χώρα, τα γνωρίζουμε, είναι γνωστά.

Απορεί λοιπόν κανείς γιατί δημιουργήθηκε τέτοια φασαρία για να μην ενσωματωθεί όπως οφείλαμε από την οδηγία 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα σιωπής κλπ η οποία έπρεπε να ενσωματωθεί στην εθνική έννομη τάξη το αργότερο μέχρι τις 9 Μαρτίου φέτος. Δηλαδή, η προθεσμία εξέπνευσε πριν 1 χρόνο και κάτι πριν και το έτος που δίνεται μετά τα πρώτα 2 έτη μετά την υιοθέτηση της οδηγίας που δίνεται επιπλέον (εξτρά) φτάνοντας τα 3 έτη που είναι το ανώτατο όριο που μπορεί ένα κράτος μέλος να ενσωματώσει –και  αυτά είναι γνωστά–, η προθεσμία παρήλθε ήδη, παρ’ όλο που έγινε μεγάλη φασαρία.

Γιατί απαιτείται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στα πλαίσια των γενικών μέτρων που πρέπει να πάρει το κράτος πέρα από την ευρωπαϊκή νομοθεσία γιατί το επιβάλλει αυτό στα κράτη- μέλη έτσι όπως απαιτείται από τις καταδικαστικές αποφάσεις να  υπάρχει μία κύρωση για όσους παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας των πολιτών. Και αυτό δημιουργεί προβλήματα στην πράξη και δεν θεωρήθηκε επιθυμητό αν ενσωματωθεί τώρα.

Θα ήθελα να επισημάνω επίσης, επειδή οι δύο κατηγορούμενοι επικαλούνται κάθετα την ενέργεια της οδηγίας παρ’ όλο που δεν έχει ακόμα ενσωματωθεί, θα ήθελα να αναφερθώ σε μερικές μόνο από τις σκέψεις της.

Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εκτίμησαν τα ακόλουθα:

Σκέψη 1η: Η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη υπάρχει στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και στο άρθρο 11 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Σκέψη 5η: Μολονότι τα κράτη-μέλη είναι συμβαλλόμενα με την ΕΣΔΑ, η εμπειρία έχει δείξει ότι το γεγονός αυτό από μόνο του δεν εξασφαλίζει πάντοτε σε επαρκή βαθμό εμπιστοσύνης τα συστήματα απονομής δικαιοσύνης των άλλων κρατών-μελών.

Αυτό που τους απασχολεί σε επίπεδο ενωσιακού Δικαίου και επειδή μπορεί να θίγει και το δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης όταν ένα κράτος έχει συστηματικές παραβιάσεις στην δικαιοσύνη του, θεωρείται ότι αυτό είναι ένα κώλυμα για να μετακινηθούν ελεύθερα άλλοι κάτοικοι των κρατών-μελών προς το έδαφος της Κοινότητας.

Σκέψη 12: Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται στα φυσικά πρόσωπα που είναι ύποπτα ή κατηγορούνται σε ποινικές διαδικασίες και από την στιγμή που ένα πρόσωπο είναι ύποπτο ή κατηγορείται.

Σκέψη 22: Η εισαγγελική αρχή φέρει το βάρος της απόδειξης της ενοχής των υπόπτων και κατηγορουμένων και οποιαδήποτε αμφιβολία θα πρέπει να είναι προς όφελος του υπόπτου ή του κατηγορούμενου.

Το τεκμήριο της αθωότητας παραβιάζεται όταν μετατίθεται από την εισαγγελική αρχή στην υπεράσπιση.

Σκέψη 44: Σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού Δικαίου, τα κράτη-μέλη οφείλουν να θεσπίζουν ταχύτατα αποτελεσματικά μέσα ένδικης προστασίας σε περίπτωση παραβίασης δικαιώματος που παρέχεται στους πολίτες βάσει του Δικαίου της Ένωσης. Ένα αποτελεσματικό μέσο ένδικης προστασίας που είναι διαθέσιμο σε περίπτωση παραβίασης οποιουδήποτε δικαιώματος που ορίζεται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει στο μέτρο του δυνατού να έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά του υπόπτου ή κατηγορουμένου στη θέση που θα είχε αν δεν είχαν παραβιαστεί τα δικαιώματά του προκειμένου να διαφυλαχθεί το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη και τα δικαιώματα της υπεράσπισης.

Σκέψη 45: Κατά την αξιολόγηση των καταθέσεων των υπόπτων ή κατηγορουμένων ή των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώνονται κατά παραβίαση του δικαιώματος σιωπής ή του δικαιώματος μη αυτοενοχοποίησης, τα δικαστήρια και οι δικαστές θα πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα της υπεράσπισης και να μην θίγουν την αμεροληψία της διαδικασίας.

Σκέψη 48: Δεδομένου ότι η οδηγία ορίζει ελάχιστους κανόνες, τα κράτη-μέλη μπορεί να διευρύνουν τα δικαιώματα που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία με σκοπό την χορήγηση μεγαλύτερης προστασίας. Το επίπεδο προστασίας που παρέχουν τα κράτη-μέλη δεν θα πρέπει ποτέ να υπολείπεται από τα πρότυπα του Χάρτη της ΕΣΔΑ όπως αυτά που έχουν γίνει αποδεκτά από την νομολογία κλπ.

Το άρθρο 2 λοιπόν, είναι το άρθρο εφαρμογής που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι ότι τους αφορά κάθετα. Το άρθρο 3 διασφαλίζει ότι τεκμαίρονται ότι είναι αθώοι οι κατηγορούμενοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο. Το άρθρο 6 έχει μεγάλη σημασία επίσης, για τον επόμενο ισχυρισμό της κατάστασης ανάγκης γιατί ξεκαθαρίζει ότι για όλους τους ισχυρισμούς που κατατείνουν στην ελαφρύτερη ποινική μεταχείριση για την αθώωση και τον καταλογισμό εκτείνεται το τεκμήριο και σε αυτούς.

Τα κράτη-μέλη με την έννοια του ότι διασφαλίζουν ότι η εισαγγελική αρχή όπως λέει το άρθρο 6 φέρει το βάρος της απόδειξης για την ενοχή του κατηγορούμενου, του υπόπτου ή του κατηγορούμενου, διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε αμφιβολία για την ενοχή είναι προς όφελος του υπόπτου ή του κατηγορούμενου μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο διατυπώνει την εκτίμηση σχετικά με το αν το συγκεκριμένο πρόσωπο θα πρέπει να αθωωθεί.

Επικαλούνται (οι κατηγορούμενοι) το άρθρο 7 για το δικαίωμα σιωπής και μη αυτό-ενοχοποίησης το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να ερμηνευτεί σε βάρος τους σε σχέση με τις διατυπωθείσες κατηγορίες.

Τα κράτη-μέλη διασφαλίζουν ότι οι κατηγορούμενοι διαθέτουν αποτελεσματικό ένδικο μέσο προστασίας όταν παραβιάζονται τα δικαιώματά τους δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

Εδώ επισημαίνουμε ότι στην εθνική έννομη τάξη δεν υπάρχει ακόμα ένα τέτοιο εργαλείο οπότε οι κατηγορούμενοι απευθύνονται στο δικό σας δικαστήριο προκειμένου να τους προστατεύσει.

Εσείς είστε αυτή την στιγμή το όργανο το οποίο θα μπορούσε να διασφαλίσει την άσκηση του δικαιώματος αυτού και όχι ένα άλλο εξωτερικό όργανο που θα κρίνει τι έγινε και αν θα πρέπει να αποζημιωθούν σε περίπτωση που παραβιάστηκαν τα δικαιώματά τους σε αυτή την διαδικασία. Και ισχύει και από την ημέρα δημοσίευσης 9/3/2016, μετά την τριετία, την επικαλούνται κάθετα (την οδηγία).

Έχει λοιπόν επί της εισαγγελική πρότασης ο Νίκος Μαζιώτης να κάνει μια δήλωση η οποία λέει ότι ‘‘ουσιαστικά, ότι εγώ τοποθετούμαι στο τόπο και τον χρόνο της έκρηξης λόγω του φύλου μου. Οπότε σε περίπτωση που αυτό δεν γίνει δεκτό, θα υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, όχι μόνο του, αλλά σε συνδυασμό με το άρθ. 14 που απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω φύλου.

Το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ είναι η διάταξη που προστατεύει τα πρόσωπα που είναι στην δικαιοδοσία κράτους-μέλους που έχει κυρώσει την ΕΣΔΑ από διακρίσεις, από την απόλαυση δικαιωμάτων που προστατεύει η Σύμβαση, όχι από το άρθρο 1 μέχρι το 17, ένα από τα υπόλοιπα δικαιώματα πρέπει να τα απολαμβάνει κάποιος χωρίς διάκριση.

Αν πει δηλαδή το δικαστήριο, ότι ήταν άνδρας, άρα ήταν ο Μαζιώτης, όταν αυτός έχει σιωπήσει και όταν δεν έχει προκύψει από την διαδικασία κάτι άλλο, είναι σαν να λέμε ότι το φύλο του τον τοποθετεί, χρησιμοποιείται για να υπονομεύσει το δικαίωμά του να τεκμαίρεται αθώος μέχρι να αποδειχθεί νόμιμα η ενοχή του. 

Ακριβώς επειδή η έκρηξη ως τρόπος τέλεσης του 187Α  είναι καθοριστικής σημασίας για τον κατηγορούμενο, για την ποινική του μεταχείριση και το πλαίσιο ποινής που θα έχει αντιμετωπίσει, δύνεται μεγαλύτερη σημασία σε αυτό το αδίκημα, δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχουν αναφορές και σε αυτά που λέμε για τα υπόλοιπα.. Απλώς αυτό είναι αυτό που μπορεί αν τον….

Και φτάνουμε στον ισχυρισμό της ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ. Ξεκαθαρίζοντας ότι δεν υπήρξε καμία τοποθέτηση για την φυσική παρουσία ή όχι στον τόπο και στον χρόνο της έκρηξης είναι σαφές ότι οι άνθρωποι που έχετε απέναντί σας όλο αυτόν τον καιρό στο δικαστήριο αυτό, έχουν μια ιδιαιτερότητα και έχει μια ιδιαιτερότητα αυτή η διαδικασία. Ουσιαστικά, το βλέπετε και το νοιώθετε αυτό, δεν έχουν ενοχή για τις πράξεις της οργάνωσης στην οποία συμμετείχαν. Αυτό είναι μια ιδιαίτερη συνθήκη. Προσωπικά εγώ και γενικότερα θα έλεγα, δεν μας έχει τύχει στα δικαστήρια κάποιος να υπερασπίζεται μια πράξη που κατηγορείται ως παράνομη και να εμφανίζεται χωρίς καμία ενοχή. Αντίθετα θα έλεγε κανείς ότι ως κατήγοροι εμφανίζονται και ισχυρίζονται ότι οι πράξεις είναι δίκαιες, ότι της κατευθύνει το δίκαιο και ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει τιμωρία για αυτές.

Η αλήθεια είναι, ότι αυτό θα το ακούσει κανείς π.χ. και στο μετρό και στην πλατεία Συντάγματος, θα το ακούσει και από τα χείλη πολλών στην κοινωνία γιατί δεν συμφωνούν όλοι ότι η ιστορία των αγώνων τέλειωσε εδώ. Μάλλον όσοι δεν είναι ανιστόρητοι καταλαβαίνουν ότι υπάρχει ιστορική συνέχεια και εξέλιξη στις κοινωνίες των ανθρώπων ανεξάρτητα αν συμφωνεί κανείς με τον τρόπο που επέλεξε ο Επαναστατικός Αγώνας ή όχι. Δεν μπορεί παρά να προβληματίσει πιστεύω, είναι βέβαιη η υπεράσπιση ότι κομμάτια της κοινωνίας έχουν προβληματιστεί για το ζήτημα της έλλειψης ενοχής που έχουν απέναντί σας οι κατηγορούμενοι. Αυτό από πλευράς ποινικών προεκτάσεων μπορεί να σημαίνει ότι δεν υπάρχει πουθενά να ‘‘ακουμπήσει’’ ο καταλογισμός και να σταθεί.

Το βέβαιο είναι ότι δεν έχει δείξει στην πράξη τα οφέλη του το σύστημα το οποίο ευαγγελίζεται ότι είναι τέλειο, ότι δεν έχει εχθρούς, ότι δεν έχει αντιπάλους, Αυτό το είδατε πολύ χαρακτηριστικά στο αίτημα που υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι για να δικαστούν από μικτό ορκωτό δικαστήριο (ΜΟΔ).

 (Εγώ θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας, με το δικαστήριό  σας, ότι χθες ζήτησε ο γιος μου που είναι 12 ετών να είμαι σήμερα το μεσημέρι σπίτι για να είναι με τους φίλους του και έπρεπε να του εξηγήσω τι δίκη έχω σήμερα. Και όταν του εξήγησα ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι –γιατί επέμενε και έπρεπε να του εξηγήσω ότι ήταν σοβαρό αυτό που έπρεπε να κάνω σήμερα και δεν μπορώ να είμαι νωρίς το μεσημέρι στο σπίτι– και του εξήγησα ότι είναι μία οργάνωση που βάζανε βόμβες σε τράπεζες για τα μνημόνια– ξέρει τι είναι τα μνημόνια –ξέρει γιατί είναι 12 ετών– γιατί πεινάει ο κόσμος και γιατί πιστεύουν ότι μπορεί να το αλλάξουν και γιατί οι τράπεζες και οι αγορές είναι παντοδύναμες  και ότι κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα, του εξήγησα απ’ έξω-απ’ έξω τι είναι  αυτό που συμβαίνει αλλά όμως υπάρχουν νόμοι και πρέπει να εφαρμοστούν και η απάντησή του ήταν ότι αυτό πολύς κόσμος δεν θα το θεωρούσε άδικο. Ναι, του είπα αλλά πραγματικά κινδυνεύουν με ισόβια, οπότε η μαμά θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε στο δικαστήριο.

Και όταν άκουσε τα ισόβια και με ρώτησε τι είναι τα ισόβια του εξήγησα ‘‘ότι για όλη την ζωή  πας στην φυλακή, αλλά δεν πηγαίνεις ακριβώς όλη αλλά σε κάποια, πολλά όμως χρόνια βγαίνεις’’, βούρκωσε. Εγώ –μου λέει φεύγοντας– δεν το θεωρώ άδικο αυτό, εννοώντας αυτό που έκαναν στις τράπεζες).

Εγώ πιστεύω ότι το δικαστήριό σας, κάποια μέλη του έχουν εκπλαγεί, τους κάνει εντύπωση το πείσμα αυτών των ανθρώπων να επιδιώκουν την αλλαγή με τον τρόπο τους ακόμα και μέσα από την φυλακή, ακόμα και με συντριπτικές συνέπειες, με τις συνέπειες στην προσωπική τους κατάσταση όπως ο αποχωρισμός από το παιδί τους, να επιδιώκουν, να επιμένουν ότι αυτός είναι ένας αγώνας που αξίζει να τον δώσεις.

Εγώ από το μετερίζι το δικό μου έχω δει αρκετές φορές το φρικτό πρόσωπο της Πολιτείας επειδή έχω πάρα πολλές αποφάσεις φέρει που μιλάνε για τις συνθήκες κράτησης, για τους αναπήρους που δεν τους σεβόμαστε, για τα παιδιά, πολύ σκληρές εκφάνσεις του προσώπου της Πολιτείας που καμιά φορά μπορεί να μοιάζει τερατώδες στον πολίτη, δεν θα μπω όμως εκεί γιατί αυτά ως ένα βαθμό είναι γνωστά σε όλους και τεκμηριωμένα, δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να σας ξαναπώ πράγματα που έχουν κατατεθεί, τα έχετε διαβάσει, τα έχετε αναγνώσει. Μόνο την απόφαση αυτή που σας έδωσα, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, την οποία θεωρώ συγκλονιστική γιατί ήρθε αυτό το όργανο του τοποτηρητή των Κοινωνικών Δικαιωμάτων στην Ευρώπη, τις κόκκινες γραμμές και είπε ότι τα μέτρα που έλαβαν τα μνημόνια τα οποία αντιμάχονται με τον δικό τους τρόπο οι κατηγορούμενοι, ότι τα μέτρα αυτά αποτελούσαν μία έκφραση της μαζικής παραβίασης των Κοινωνικών Δικαιωμάτων και εξωεδαφικά από τα άλλα κράτη-μέλη.

Δηλαδή είναι σαν να υπάρχει μια Ευρώπη 2 ταχυτήτων της οποίας το ένα κομμάτι άγεται και φέρεται από τα οικονομικά συμφέροντα και είναι σκληρό και είναι αυτό που επικράτησε τελικά και αυτό το έγγραφο σας το έδωσα το οποίο κατατέθηκε και στην βουλή. Δεν έγινε τίποτα, δεν άλλαξε τίποτα με τα μέτρα παρά την μαζική κατάγνωση των παραβιάσεων και παρά τη σκληρή γλώσσα της επιτροπής, οπότε εκεί καλείται το δικαστήριό σας στα πλαίσια του ισχυρισμού περί ‘‘Κατάσταση Ανάγκης’’, τόσο στο άρθρο 25 του Π.Κ με την έννοια του άδικου χαρακτήρα όσο και σχετικά με τον καταλογισμό, και με το άρθ. 25 και με το άρθ. 32 του Π.Κ, να εξετάσει τα πραγματικά περιστατικά που εξετάστηκαν σε αυτή τη δίκη και αυτό είναι και το σημαντικότερο που έχει ίσως να ειπωθεί σήμερα, κατά πόσο μπορεί να κάνει κάτι που να εκφράζει το ποινικό σύστημα αλλά παράλληλα να είναι και δίκαιο, να έχει αφουγκραστεί την έλλειψη ενοχής που υπάρχει, που συντρέχει στα πρόσωπα των 2 κατηγορουμένων.

Συνεπώς έχοντας ξεκαθαρίσει ότι οι κατηγορούμενοι δεν τοποθετήθηκαν για την φυσική παρουσία τους ή όχι στον τόπο της έκρηξης, και παίρνοντας υπ’ όψιν ότι η Ρούπα δεν κατηγορείται παρά μόνο για την έκρηξη, ότι ο Μαζιώτης έχει αποδεχτεί μόνο τις απαλλοτριώσεις τραπεζών και την συμπλοκή στο Μοναστηράκι, και έχει σιωπήσει όσον αφορά την φυσική του παρουσία στον τόπο και στον χρόνο της έκρηξης, δηλώνουν τα εξής:

 ‘‘Επικροτούμε πλήρως τις ενέργειες του Επαναστατικού Αγώνα όπως έχουμε πολλάκις δηλώσει ενώπιόν σας, εξηγώντας ενδελεχώς και τους λόγους γι’ αυτό. Δεν βιώνουμε καμία ενοχή για την συμμετοχή μας στην οργάνωση. Θεωρούμε ότι οι ενέργειές της ήταν πάντα δίκαιες και στόχευσαν το κοινωνικό καλό. Υποκείμεθα σε συντριπτικές συνέπειες στην προσωπική και οικογενειακή μας ζωή στωικά και με αμετακίνητη αποφασιστικότητα, ακριβώς επειδή είμαστε τέλεια συντονισμένοι με το όραμα για μια πιο δίκαιη κοινωνία, όπως σας την περιγράψαμε, πιστεύοντας ακράδαντα ότι το σύστημα πρέπει να αλλάξει και ότι μια τέτοια προοπτική δεν είναι ουτοπική (βλ. εκ των αναγνωστέων εγγράφων ‘‘Επανάσταση στη Ροζάβα – Βόρεια Συρία – Η Επανάσταση της εποχής μας’’, Προκηρύξεις, ‘‘Κείμενα από την Φυλακή’’).

Η ιδεολογία μας είναι ξεκάθαρη, σταθερή, συνεπής, διαρκής μέσα στον χρόνο, βαθιά ριζωμένη στο σύστημα πεποιθήσεών μας και εξωτερικευμένη επί σειρά ετών στα κείμενα της οργάνωσης και τα κείμενα που υπογράφουμε ατομικά εντός και εκτός φυλακής’’.

Πάνω στον ισχυρισμό για την ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ παραπέμπω σε ολόκληρη την δήλωση της Πόλας Ρούπα που έκανε πριν την αγόρευση του κ. εισαγγελέα γιατί την άκουσα και είπε πολύ καλύτερα απ’ ότι θα τα έλεγα εγώ, εξήγησε στο δικαστήριό σας γιατί αυτή η επιλογή που έκαναν είναι μονόδρομος. Ανέφερε συγκεκριμένα περιστατικά, συγκεκριμένα έγγραφα σε ανύποπτο χρόνο, όπου σταθερά εμφανίζεται αυτή η οργάνωση και τα συγκεκριμένα μέλη να λένε στην κοινωνία, δημόσια, προσπαθώντας να ξεσηκώσουν το κοινό, να αφυπνίσουν, έτσι θεωρούν κατά την δική τους αντίληψη, να αφυπνίσουν συνειδήσεις κάτι που ήταν απολύτως αναγκαίο για να αποφευχθεί μια συνθήκη που προσομοιάζει σε μια κοινωνική γενοκτονία. Από το 2003 συνεχώς υποστηρίζουν με τα ίδια λόγια ότι ο μόνος τρόπος για την αλλαγή είναι η ανατροπή του συστήματος, η Κοινωνική Επανάσταση.

Έχοντας λοιπόν τεκμηριώσει γιατί η πίστη αυτών των ανθρώπων αυτή είναι, ότι δεν υπάρχει πραγματικά άλλος τρόπος να αλλάξουν τα πράγματα, η οποία πίστη έρχεται και επιβεβαιώνεται με τα στοιχεία που εισφέρθηκαν, με τις δυναμικότατες παρεμβάσεις φορέων, οργάνων, δικαστηρίων που αγνοούνταν και αγνοούνται γιατί υπάρχουν συμφέροντα, ε, τι να κάνουμε, έχουμε δανειστεί, και σας λένε και αυτό είναι που μπορεί να βάλει σε σκέψεις ακόμα και τον πιο καχύποπτο, είναι ότι ακόμα και μια ‘‘δημοκρατικά’’ εκλεγμένη κυβέρνηση λένε δεν θα μπορούσε να αποφύγει την επιβολή αυτών των μέτρων, δεν θα μπορούσε να αποφύγει την συντριβή η οποία έχει επέλθει από αυτά τα μέτρα και την ανάληψη αυτών των ευθυνών που χρεώνουν και τις επόμενες γενιές. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να καταπολεμηθούν αυτά τα μέτρα όπως λένε οι κατηγορούμενοι με εσωθεσμικά μέτρα, με μέσα εντός του συστήματος.

Οπότε συνεχίζουν και σας λένε ότι: ‘‘Είναι βαθιά μας πεποίθηση ότι ο μόνος τρόπος για να αλλάξει η πολιτική κοινωνικής γενοκτονίας και βαθιάς δομικής αδικίας και ΑΝΙΣΟΤΗΤΑΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΙΖΕΙ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΠΟΙΕΙ ΚΑΙ ΕΞΕΥΤΕΛΙΖΕΙ ΚΑΙ ΣΤΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, είναι η αφύπνιση των συνειδήσεων, η μη παράδοση, η συνειδητοποίηση ότι η δύναμη είναι στο Λαό και όχι στις ελίτ και τους καταπιεστές/ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ/ εκμεταλλευτές και τους εντεταλμένους τους, ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ είναι ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ και είμαστε απολύτως πεπεισμένοι ότι με τα μέσα ‘‘του συστήματος’’ δεν νοείται Επανάσταση. Το σύστημα έχει προβλέψει για την επιβίωσή του. Και πλέον απροκάλυπτα ‘‘τσακίζει’’ όχι μόνο αυτήν αλλά και τις μελλοντικές γενιές, με την σκληρότητα και την απληστία του, με τρόπο που προσομοιάζεται κάλλιστα με γενοκτονία’’.

Κεντρικός εκφραστής αυτών των δολοφόνων στην Ελλάδα και όλα αυτά τα λένε γιατί επικροτούν τις ενέργειες του Επαναστατικού Αγώνα και σήμερα ενώπιών σας παρ’ όλο που δεν έχουν πει ποια από τα μέλη του Ε.Α ήταν οι δράστες της επίθεσης, είναι η  ΤτΕ ως παράρτημα της  ΕΚΤ και το ΔΝΤ που βρίσκονταν στην Αμερικής 3.

Σας λένε ότι αυτό που έγινε είναι ΔΙΚΑΙΟ και με το μικρότερο δυνατό κόστος, γι’ αυτό εξανέστησαν ‘‘γιατί προκλήθηκε κίνδυνος για ανθρώπινες ζωές’’. Γιατί ο Επαναστατικός Αγώνας πήρε τα μέτρα που έπρεπε ώστε να μην υπάρξουν θύματα άσχετα με τον στόχο. Ο Επαναστατικός Αγώνας δεν είναι μια οργάνωση όπως αυτό που εσείς λέτε τρομοκρατική όπως κάνουν άλλες με αδιάκριτες επιθέσεις σε πολίτες. Ο Επαναστατικός Αγώνας δεν είναι μια τέτοια οργάνωση. Γι’ αυτό και με τόσα χρόνια δράσης και με τόσες επιθέσεις δεν υπάρχει θάνατος πολιτών, άσχετων με τον στόχο.

Ο Επαναστατικός Αγώνας επέλεξε στρατηγικά τους στόχους του ακόμα και εναντίον ανθρώπων που συμμετέχουν σε θέσεις εξουσίας και υπερασπίζονται το σύστημα, με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να υπάρξει το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα από πλευράς να υπάρξει αμφισβήτηση του συστήματος, υπονόμευσή του και αφύπνιση των

συνειδήσεων ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟΝ ΚΟΣΤΟΣ ΣΕ ΠΛΗΤΤΟΜΕΝΑ ΑΓΑΘΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΠΟΛΙΤΕΣ ΑΣΧΕΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ. Μιλώντας λοιπόν για πληττόμενα έννομα αγαθά, φτάνουμε στον ισχυρισμό περί ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ το οποίο αντανακλά στο ποινικό μας σύστημα κατά την γνώμη μας την έλλειψη ενοχής τους.

Αυτό δηλαδή που διαπιστώνετε αντιμετωπίζοντας τους κατηγορούμενους τόσο καιρό σε αυτή την αίθουσα. Αν θέλετε, το να υπάρχει έλλειψη ενοχής, και παράλληλα το να επιβάλλονται μεγάλες ποινές σε ανθρώπους που δεν βιώνουν ενοχή θέτουν ζητήματα από την άποψη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Εξοντωτικά μεγάλες ποινές όπως σε αυτή την περίπτωση, σε ανθρώπους που δεν αισθάνονται ενοχή γιατί διεξάγουν έναν ΔΙΚΑΙΟ ΑΓΩΝΑ επιβάλλονται για την διατήρηση της δημόσιας τάξης που εξυπηρετεί μια άδικη τάξη πραγμάτων . Και αυτό έχει ένα βαθύ ειδικό ζήτημα μέσα του.

Ήδη οι κοινωνικές αντιδράσεις είχαν κατασταλεί, κεντρικοί εκφραστές των δολοφόνων στην Ελλάδα ως προτεκτοράτου το 2014 ήταν η Τράπεζα της Ελλάδας και το μισητό ΔΝΤ.  Ήδη οι κοινωνικές αντιδράσεις είχαν κατασταλεί και ο κόσμος στέναζε κάτω από τον ζυγό των μέτρων και οι ισχυροί έπιναν στην υγεία των κορόιδων και σχεδίαζαν νέα επέλαση στους πιο ευάλωτους, συνταξιούχους, χαμηλόμισθους κλπ.

Η Ελλάδα γινόταν πάλι χώρα εξαγωγής μεταναστών και ο πληθυσμός εκτρεπόταν σε αυτοκτονίες, αβάσταχτα χρέη, οφειλές στο δημόσιο, πείνα, στερήσεις βασικών αγαθών, απολύσεις, ανεργία, παραβίαση δικαιωμάτων των χαμηλών τάξεων και βασικών ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Υπάρχουν στα αναγνωστέα πληθώρα στοιχεία γι’ αυτά.

Αυτά έχουν τεκμηριωθεί με πολλούς τρόπους.

Μέχρι και με τις παρεμβάσεις του ΟΗΕ και της Επιτροπής και πρόσφατα και με την παρέμβαση της Επιτρόπου. Είναι η πρώτη φορά που ήρθε η Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ζητά να συναντήσει φορείς και πρόσωπα που αφορούν στα δικαιώματα. Εγώ τη συνάντησα και πράγματι τέθηκαν για πρώτη φορά, δεν είναι κάτι που απασχολούν μόνο αυτούς, απασχολούν και εμάς –αντί για τα δικαιώματα των μεταναστών και των προσφύγων που απασχολούν βεβαίως πάρα πολύ–, μας απασχολεί πάρα πολύ το δικαίωμα της αξιοπρέπειας στον γηγενή πληθυσμό. Μας απασχολεί πάρα πολύ τα παιδιά που λιποθυμούν στα σχολεία. Μας απασχολεί πάρα πολύ ότι ο κόσμος πηγαίνει και τρώει από τα σκουπίδια.

Για πρώτη φορά λοιπόν, η παρέμβαση δεν ήταν για τους μετανάστες, δεν ήταν για τους πρόσφυγες. Έκανε κάποιες δηλώσεις η Επίτροπος. Για πρώτη φορά η παρέμβαση από την Επιτροπή Ατομικών και Κοινωνικών Δικαιωμάτων της Ευρώπης ήταν για τα βασικά κοινωνικά αγαθά των Ελλήνων.

‘‘Συνεπώς,η Κατάσταση Ανάγκης, για την οποία είχαμε προειδοποιήσει ως Επαναστατικός Αγώνας, και την είχαμε ‘‘προβλέψει’’, όπως παραδέχτηκε στην αγόρευσή του και ο κ. εισαγγελέας, ήταν παρούσα και επέβαλε την δραστηριοποίησή μας σε ένα στάδιο που ο λαός είχε εξουθενωθεί και δεν είχε περιθώρια αντίδρασης.

Αν μας έλεγε κάποιος με πειστικότητα ΕΝΑΝ τρόπο του ‘‘συστήματος’’ που θα απέτρεπε αυτή την λαίλαπα, θα τον ακούγαμε με προσοχή. Αλλά δεν υπάρχει.

Ακόμα και οι παρεμβάσεις των διεθνών φορέων στάθηκε αδύνατο να αλλάξουν τα

πράγματα’’.

Σε αυτό το σημείο το σημείο θα ήθελα να θεωρηθεί ότι κατά τον χρόνο που έγινε το χτύπημα στην Τράπεζα της Ελλάδας και τα αδικήματα για τα οποία διώκονται οι κατηγορούμενοι πρέπει να θεωρείται λόγω και της απόφασης που σας δόθηκε ως προς Κοινωνικά Δικαιώματα ως ουσιαστικώς δεδικασμένο, ότι υπάρχει σφοδρή και οριζόντια παραβίαση. Ουσιαστικώς δεδικασμένο γιατί ακριβώς η Επιτροπή είναι το όργανο που του έχουν εμπιστευτεί τα κράτη-μέλη μεταξύ των οποίων και το ελληνικό, να ερμηνεύει τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη.

Και τι είπε; Ότι υπήρχε διάχυτη παραβίαση, με σκληρή γλώσσα, το έχετε αυτό το κείμενο, παραβίαση βέβαια την οποία μας την επέβαλλαν όλα τα υπόλοιπα τα κράτη μαζί με το ΔΝΤ, όμως δεν παύει να παραβιάζει τις κόκκινες γραμμές όλων των Κοινωνικών Δικαιωμάτων. Και αυτό πρέπει να το θεωρήσετε δεδομένο. Συγκεκριμένα δηλαδή, ουσιαστικώς δεδικασμένο, όχι δεδομένο.

Με αυτήν την έννοια, οι κατηγορούμενοι καλύπτονται με αυτό το δεδικασμένο ως προς το αν υφίσταται αντικειμενικά κατάσταση ανάγκης, αν υφίσταται δηλαδή παραβίαση δικαιωμάτων που απειλούν τα πρόσωπα των ιδίων και άλλων. Και τους ίδιους απειλούσε αυτή η κατάσταση και άλλους για τους οποίους επέλεξαν να δράσουν. Ο Επαναστατικός Αγώνας εντόπισε ως φταίχτη την διεθνή οικονομική ελίτ και στην Ελλάδα αυτή εκφράζεται κυρίως μέσα από την Τράπεζα της Ελλάδας (ΕΚΤ) και το ΔΝΤ.

‘‘Σε αυτό το κλίμα –συνεχίζουν οι κατηγορούμενοι – οι πράξεις του Επαναστατικού Αγώνα ήταν επιβεβλημένες, ήταν μονόδρομος να πουν ‘‘ΟΧΙ ΑΛΛΟ’’. Υπάρχει κάποιος εδώ που ακόμα αντιστέκεται σε ένα διάστημα που όλοι είχαν παραιτηθεί. Να εμψυχώσουν και να δηλώσουν ότι υπάρχει ακόμα αντίδραση’’.

Οι πράξεις αυτές, σε αντίθεση με ό ,τι εννοεί ο Λαός ‘‘τρομοκρατικό’’, φρόντισαν να μην υπάρχουν θύματα απλοί πολίτες.

Οι πράξεις αυτές δεν μπορούν ΟΥΤΕ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΚΑΙΟΥ να κριθούν άδικες και  καταλογιστέες στους δράστες τους.

Διότι μεταξύ άλλων, πέραν από την δικαίωσή τους στην συνείδηση του Λαού, που σε μεγάλο μέρος του τις επικροτεί, πληρούν τις  προδιαγραφές να χαρακτηριστούν τόσο ως ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ ΠΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΕΙ ΤΟ ΑΔΙΚΟ κατ’ άρθρο 25 του Π.Κ ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟ κατ’ άρθρο 32 του Π.Κ’’.

Το δικαστήριο εξετάζει στην κατάσταση ανάγκης α) την ύπαρξη κινδύνου, αυτό θεωρούμε ότι εμπίπτει στο ουσιαστικά δεδικασμένο και ότι σε κάθε περίπτωση έχει αρκετά τεκμηριωθεί με παρεμβάσεις φορέων, αποφάσεις, στατιστικές, με άρθρα, με πληθώρα τρόπων και

β) ο εν λόγω κίνδυνος να απειλεί αγαθά κατά του προσώπου (ζωή, αξιοπρέπεια, ακεραιότητα ή απειλή κατά της περιουσίας, επίσης εάν αυτό θεωρούμε ότι εμπίπτει στο ουσιαστικώς δεδικασμένο για την περίοδο εκείνη, και ότι ο κίνδυνος να είναι παρών.

Και επίσης και αυτό είναι το ουσιαστικώς δεδικασμένο της απόφασης και έχει τεκμηριωθεί με πληθώρα άλλων στοιχείων που έχουν δηλωθεί μέσω των αναγνωστέων, να μην έχει προκληθεί με υπαιτιότητα του δράστη και μην έχει ο δράστης καθήκον (νομικό) να εκτεθεί στον εν λόγω απειλούμενου κινδύνου.

Ένα στοιχείο άφησα στην άκρη: Ο κίνδυνος να είναι ανεπίτρεπτος με άλλα μέσα.

Αυτό το στοιχείο, πράγματι, μπορεί να φέρει σε πολύ δύσκολη θέση ένα δικαστήριο διότι τυχόν παραδοχή του είναι σαν να λέει ότι ναι, σε αυτή την κατάσταση που βρισκόμαστε μπορεί κάποιος να πάει να βάλει μια βόμβα και αυτό να είναι εντάξει και να μην είναι ποινικώς τιμωρητέο.

Σε μια τέτοια όμως περίπτωση θα πρέπει το δικαστήριο να αναλογιστεί ποιά θα ήταν τα άλλα μέσα για τους κατηγορούμενους που θα μπορούσαν  να χρησιμοποιήσουν, και να αναλογιστεί αν οι κατηγορούμενοι ήταν πεπεισμένοι ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος.

Στο σημείο αυτό λοιπόν επικαλούμαι ολόκληρη την τοποθέτηση της Πόλας Ρούπα στο δικαστήριο στις 22 Μαρτίου 2019 (και την οποία τοποθέτηση την έχει το δικαστήριό σας).

Είναι ακλόνητη πεποίθηση των μελών του Επαναστατικού Αγώνα μεταξύ των οποίων και οι 2 κατηγορούμενοι, ότι πραγματικά δεν μπορεί με άλλο τρόπο εκτός της Επανάστασης, τον τρόπο τον ρηξικέλευθο, τον τρόπο τον μη νόμιμο, τον τρόπο που χρησιμοποιεί  και ένοπλα μέσα και τέτοιου είδους δράσεις να ανατραπεί αυτή η λαίλαπα που έβλεπαν, που προείδαν, που βίωναν και που έβλεπαν ότι θα χειροτε-ρέψει. Όχι μόνο για τους ίδιους, όχι μόνο για τους συνανθρώπους τους αλλά και για τα αγέννητα παιδιά των αγέννητων παιδιών μας.

Αυτό λοιπόν είναι κάτι που οδηγεί τον εφαρμοστή του Δικαίου στην χρεία να βασανιστεί. Ιδίως εν’ όψει της έκτασης του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής in dubio pro reo και στον ισχυρισμό αυτόν, το δικαστήριό σας θα πρέπει να δει κατά πόσο τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του είναι αρκετά να το αποδείξουν ή να σας κλονίσει σχετικά με το αν οι κατηγορούμενοι ή η οργάνωσή τους βασικά έχει έδαφος να τιμωρηθεί για τις πράξεις που έχουν αποδοθεί στα πρόσωπά τους. Ως προς το μη αναπότρεπτο με άλλα μέσα θα μπορούσε να είναι νομιζόμενη η κατάσταση ανάγκης. Γιατί ως προς τα λοιπά, μάλλον έχουμε τεκμηρίωση των στοιχείων με τρόπο που δεν

είναι μαχητός.

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 25 ακόμα και η υπέρβαση των ορίων της κατάστασης ανάγκης που οδηγεί σε πράξη, τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη εάν έγινε με πρόθεση, εάν μένει ατιμώρητος ο δράστης αν ενήργησε με συγκεκριμένο τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε κατά παραπομπή από το άρθρο 23.

Καθώς λοιπόν αυτά που αναπτύχθηκαν έχουν σαφή σχέση με την ποινική μεταχείριση των κατηγορουμένων από το δικαστήριό σας το οποίο ελπίζω όσον αφορά τις πράξεις που δεν αποδείχτηκαν θα πρέπει να κινηθεί με βάση την αρχή που επιτάσσει εάν αποδειχθεί νομίμως σε μια εξαντλητική διαδικασία –με τόσους μάρτυρες, με τόσες συνεδριάσεις, που κράτησε 1,5 χρόνο– να  μην βρεθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται.

Να ακολουθηθεί η εισαγγελική πρόταση για την κα Ρούπα για δε τον κ. Μαζιώτη που μου επιτρέπεται να μιλήσω και για τον κατηγορούμενο,  να μετατραπεί η σε βάρος του κατηγορία που περιλαμβάνει αδικήματα κατά συρροή, να μετατραπούν και να γίνουν ένα (1), κατ’ εξακολούθηση όπως τις πράξεις της παρ. 1 του 187Α, να εφαρμοστεί το 98 παρ. 1 σε σχέση με τις κατηγορίες αν κριθεί ένοχος για όποιες κατηγορίες αφορούν την παρ. 4 ή και 7, τις πράξεις της παρ. 7 που τις έχει αποδεχτεί και να βασανίσει πραγματικά την συνείδησή του το δικαστήριό σας ώστε να αφουγκραστεί κατά τον χρόνο που θα έχει για να διασκεφτεί και να δώσει την απόφασή του. Να αφουγκραστεί το δικαστήριό σας το κατά πόσο αυτή η δράση του Επαναστατικού Αγώνα, η συγκεκριμένη, της συγκεκριμένης περιόδου, ήταν άδικη και για το ότι οποιοσδήποτε καταλογισμός έχει έδαφος, μπορεί να ‘‘ακουμπήσει’’ πάνω σε αισθήματα ενοχής ή όχι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s